δένδρω

δένδρω
δένδρον
tree
neut nom/voc/acc dual
δένδρον
tree
neut gen sg (doric aeolic)
δενδρόω
turn into a tree
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
δενδρόω
turn into a tree
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • δενδρώ — ( όω) βλ. δεντρώνω …   Dictionary of Greek

  • δένδρῳ — δένδρον tree neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δένδρωι — δένδρῳ , δένδρον tree neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεντρώνω — (AM δενδρῶ, όω) 1. μεταβάλλω, μεταμορφώνω κάποιον σε δένδρο («κι ο μάγος δέντρωσε την κόρη») 2. (για φυτό) μεγαλώνω και γίνομαι δένδρο («βλαστήσασα καὶ δενδρωθεῑσα») νεοελλ. 1. φυτεύω δένδρα σε μια περιοχή 2. (για τόπο) είμαι γεμάτος δένδρα… …   Dictionary of Greek

  • Athanasius, SS. (14) — 14SS. Athanasius, Lampadus (Lampadius) et Athanasius, (5. Juli) Der erstgenannte hl. Athanasius, Mönch auf dem Berge Athos in Macedonien, wurde zu Trapezunt von sehr christlichen Eltern geboren. Nachdem er sich zu Konstantinopel in aller… …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • осѣнѧти — ОСѢНѦ|ТИ (17), Ю, ѤТЬ гл. 1.Затенять: и бы(с) облакъ осѣнѧ˫а ихъ. КР 1284, 355в; столпъ ѡгньныи и столпъ облачныи ‹ѡ›сѣнѧющю и грѣющю бещисла (σκιοζοντα) ГА XIV1, 178в; бы(с) же [святой] на камени в немже скры ковчегъ ˫ако облакъ осѣнѧющь. Пр… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • δένδρο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ., 94 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 58 χλμ. ΒΔ της Κορίνθου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ξυλοκάστρου. * * * και δέντρο, το (AM δένδρον Α και δένδρος, δένδρεον, δένδρειον)… …   Dictionary of Greek

  • συνδενδρούμαι — όομαι, Α γίνομαι δένδρο μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + δενδρῶ «μεταβάλλω σε δένδρο, γίνομαι δένδρο» (< δένδρον)] …   Dictionary of Greek

  • υποδενδρούμαι — όομαι, Α γίνομαι ψηλός σαν δένδρο («μαλάχη εἰς ὕψος ἀναγομένη καὶ ὑποδενδρουμένη», Θεόφρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + δενδρῶ (< δένδρον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”